Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Oταν η μνήμη λερώνει

OTAN H MNHMH ΛΕΡΩΝΕΙ .

-Είσαι φτυστή ο πατέρας μου , κι εκατό DΝΑ να μου το πουν δεν θα τα πιστέψω ,μόνο στα μάτια μου και στο ένστικτό μου πιστεύω.
Τον έβλεπε μπροστά της να βαράει ένα κομπολόι και να βήχει συνέχεια , βήχας του τσιγάρου, αλλά και παραγωγικός ,μαύρο γυαλί και μαγκιά της παλιάς σχολής , ετών 70 φεύγα , κορμί αργασμένο από τις ταλαιπωρίες , αδύνατο σκαρί , της τσακαλοσύνης και της αρπαχτής . Λιμανίσιος μάγκας που αποστρατεύθηκε κάτω από τις υπώρειες του βουνού στο πατρογονικό χωριό με την παράδοση στο αντάρτικο και τον ΕΛΑΣ για να τελευτήσει την βιωτή του .
Τον κοίταζε και την εμπόδιζαν τα γυαλιά να διαπιστώσει τις προθέσεις , να καταλάβει τι συμβαίνει , ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που την κάλεσε για να της αποκαλύψει πως είναι ο αδελφός της. Σα να ονειρευόταν ,σα να είχε προκαλέσει τη μοίρα της , να άνοιξαν οι ασκοί του αιόλου και τώρα πια έρμαιο των αποκαλύψεων κυβερνιέται από τη μοίρα και από τα όσα της απέκρυψαν . Και την αφορμή την έδωσε η ίδια . Κανείς δεν της έφταιξε .
Όλα ξεκίνησαν από ένα εξώδικο ,που έστειλε στον συγγραφέα δικηγόρο Νικόλαο Γιούνη που έγραψε για την οικογένεια του θετού της πατέρα , διασύροντας τη μνήμη του . « Διαμαρτυρόμενη εντόνως για τον διασυρμό της μνήμης του πατρός μου , και ειδικότερα εις τον μικρόν κύκλον των συμπολιτών μας , οι οποίοι εξέλαβον εξ αιτίας της δικής σας αφηγήσεως ως πρόσωπον αποτρόπαιον και σκληρόν, φιλάργυρον και τσιγκούνην , στυγνόν επαγγελματία και κακόν οικογενειάρχην σας προσκαλώ ,όπως εντός μηνός από τη λήψη της παρούσης αποσύρετε όλα τα αντίτυπα της παρούσης εκδόσεως ,όπου απαντάται το όνομα του πατρός μου με τα ονειδιστικά τοιαύτα περιεχόμενα και αποδώσετε την αφήγησίν σας απαλλαγμένη από κάθε συκοφάντησιν και προσβολήν της μνήμης του τεθνεώτος» .
Ο θετός της πατέρας Μηνάς Χατζημηνάς εμφανιζόταν στο βιβλίο του αριστερού δικηγόρου και συγγραφέα Ν. Γιούνη με το όνομα, το επάγγελμα , και την θέση του στην κοινωνία της μικρής τους πόλεως . Ο Γιούνης αν και υποψιασμένος για τις συνέπειες της αποκάλυψης εν τούτοις αμαύρωνε όντως το όνομα του τεθνεώτος , μετατρέποντας τον Χατζημηνά στον αρνητικό ήρωα του μυθιστορήματος που, έγραψε για τα δύσκολα χρόνια του μεταπολέμου .
Ο Μηνάς Χατζημηνάς ,που στις παρελάσεις ήταν πάντα παρών ,αμέσως μετά τους αναπήρους πολέμου με τα καροτσάκια ,κουστουμαρισμένος , με το παράσημο στο πέτο , καμαρωτός και με την τάση των κοντών ανθρώπων να σηκώνονται λίγο πιο πάνω από το έδαφος , πατώντας στις μύτες των ποδιών τους περισσότερο παρά σε όλο το πέλμα , δίνοντας πάντα την εντύπωση ότι πάσχει από μια ασθένεια των ποδιών και ότι κάτι του έλειπε από τις βάσεις των πελμάτων του ήταν γνωστός στην κοινωνία της μικρής μας πόλης των 6.000 κατοίκων . Κούτσαινε ,αλλά το πείσμα του συνδυασμένο με την περηφάνια του ανθρώπου που δεν θέλει να φαίνεται στιγματισμένος τον έκαναν να σφίγγεται και να μην το δείχνει .Και τα κατάφερνε . Φερόταν στον κόσμο ,σαν να ήταν δικό του το κράτος , σαν να το προάσπιζε συνεχώς ,ενώ κι εκείνο ευγνώμων του παράδιδε παράσημα , αναγνώριση ,χρήματα , αγαθά και λίρες , που μετρούσε στα σακούλια του τα βράδια . Ηταν η εποχή ,που οι δοσίλογοι έπιασαν μιαν άκρη της σημαίας και καθαγιάσθηκαν. Πελατεία του κάτι ρουφηγμένες μορφές απέναντι στις οποίες ο ήρωας με το παράσημο δεν ήταν καθόλου αβρός , απ΄ αυτές που στα σκοτεινά σημεία των εκκλησιών στέναζαν και σταυροκοπιόνταν να γυρίσουν οι εξόριστοι . Σε κάθε οικογένεια έλειπε κι ένας , ο στυλοβάτης, ο αίρων τα βάρη . Και ήταν αυτές οι γυναικούλες που τα επωμίσθηκαν όλα , ξεμπρατσώθηκαν και έφεραν βόλτα τα νοικοκυριά τους . Ανάμεσα σ’ αυτές κι η μάνα του Γιούνη (δούλευε στα χωράφια των ξένων ), ενώ ο πατέρας του στα δικαστήρια σερνόταν δέσμιος κι έλιωνε στα ξερονήσια για χρόνια . Δεκαρίτσα τσακιστή δεν είδαν στην τσέπη τους όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 50 ,όταν έλειπε εκείνος . Από το μπακάλικο του Χατζημηνά ο Γιούνης περνούσε από έξω, δεν τολμούσε να μπει μέσα γιατί εκείνος μόλις έβλεπε παιδιά και τζαμπατζήδες γινόταν ταύρος εν υαλοπωλείω και φώναζε « πέθανε το βερεσέ ρε , δεν ζει πια» , «εδώ μέσα ο παράς κάνει κουμάντο , πίστωσις δεν δίδεται» και πάντα σε κοίταζε στα χέρια , «εάν δεν έχεις παρά ,μην μπαίνεις μέσα» . Κι ο Γιούνης περιέγραφε την σκηνή που μπαίνει μέσα στο μπακάλικο του Χατζημηνά με τα χρήματα από τα κάλαντα στα χέρια .
-Που τα βρήκες τόσα λεφτά ρε , μπρε χαχάμη , μπας και τάκλεψες , του είχε πει ο Χατζημηνάς
-Όχι είναι από τα κάλαντα , του απάντησε .
-Σίγουρα βρε , τόσα πολλά ;
-Ημουν τυχερός φέτος .
-Λες ψέματα , θα φωνάξω τους χωροφύλακες ,του απάντησε κι ο Γιούνης τόβαλε στα πόδια καταφοβισμένος, νομίζοντας πως ήθελε να του φάει το εικοσάρικο .
Δεν ξαναπάτησε έκτοτε στο μπακάλικό του . Κι όταν η μάνα του τον έστελνε για κάτι βιαστικό προτιμούσε να τρέξει πάνω από ένα χίλια πεντακόσια μέτρα απόσταση τρέχοντας στον απέναντι μαχαλά , παρά να προτιμήσει τον Χατζημηνά . Τον πρόσβαλε και τον αποκαλούσε χαχάμη .
Όμως κακολογώντας τον Χατζημηνά και μάλιστα επώνυμα σίγουρα θεμελιώνεται προσβολή μνήμη τεθνεώτος , κυρίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο Χατζημηνάς είχε και μιαν άλλη αθέατη ως τότε πλευρά που δεν γνώριζε ο Γιούνης και την οποία βιάστηκε να αποκαλύψει με το εξώδικό της ο Δικηγόρος της κόρης του . Όμως ο Γιούνης βασίστηκε στην παιδική μνήμη που δεν είναι αντικειμενική ,που περισσότερο έχει να κάνει με τον φόβο και το απωθημένο και ζητά να λάβει εκδίκηση ,έστω και με την πάροδο τόσων χρόνων , βαθιά μέσα μας κάρβουνα αναμμένα παρόμοιες συμπεριφορές . Η μνήμη δημιούργημα της απωθημένης λίμπιντο , των ψυχικών αναθυμιάσεων , και της διαστρέβλωσης του χρόνου . Η μνήμη , πάντα ξεγελά , πάντα κοροϊδεύει , δεν είναι το μεγάλο , σίγουρο αγκωνάρι που στηρίζει την ζωή μας . Και τότε στο εξώδικο η ίδια αποφάσισε να αναφερθεί στο μεγάλο ατού του πατέρα της ,που ήταν ήρωας του μετώπου της Μικρασίας .
Ο αείμνηστος πατήρ μου ήτο ήρως του μετώπου της Μικράς Ασίας , εις την οποία συμμετείχε υπό τας διαταγάς του αρχιστρατήγου Χατζηανέστη μέχρι τα βάθη της Ανατολίας , τραυματισθείς κατά την υποχώρησιν του Ελληνικού στρατού σοβαρώς εις τους πόδας και έκτοτε αφού εγκατελείφθη υπό των συναδέλφων του εις τάφρον ανέμενεν την μήνιν των Τούρκων Τσετών για να τελευτήσει . Όμως είχε την πρόνοιαν να φωνάζει και να μην σταματήσει να ελπίζει εξ αιτίας της ασιγάστου φλογός για την ζωήν, η οποία τον διέκρινε .Και πράγματι η τύχη δεν τον εγκατέλειψεν και η Θεία Πρόνοια , την οποία πάντα επίστευεν έκανε τα θαύμα της και ήκουσεν την φωνή του συμπατριώτης του εκ του ιδίου χωρίου , της λατρευτής μας Μικροπόλεως , ο Γιάννης Τζεφρώνης , ο οποίος τον ανέσυρε και τον συνόδευσε μέχρι την γραμμή του ανεφοδιασμού επί σαράντα χιλιόμετρα κυριολεκτικώς επί των ώμων του .
Ετσι ανάτρεπε την εικόνα του Γιούνη ότι επρόκειτο για ένα τυχαίο πρόσωπο και τον εμφάνιζε ήρωα , όπως ήταν γνωστός και ετιμάτο από το σύνολο των εθνικοφρόνων κατοίκων της πόλης μας , σε αντίθεση με τους πολιτικά αντιπάλους του που δεν τον χώνευαν .
Ο πατήρ μου εξ αιτίας της ισχυράς του κράσεως δεν απώλεσε τους πόδας του και μόνον μια ελαφρά χωλότητα του υπεμίμνησκε τα ηρωικά χρόνια του πολέμου, όμως επλήρωσε βαρύ το τίμημα να μην αποκτήσει απογόνους εξ αιτίας , πιθανόν , του τραυματισμού του και των κακουχιών του πολέμου . Όμως η καλοσύνη του και παρομοιώδης διάθεσίς του για προσφορά τον ώθησαν να σπεύσει και να υιοθετήσει από την παιδόπολιν της Καβάλας Αγιος Γεώργιος εμένα , που απώλεσα τους φυσικούς μου γονείς στον αδελφοκτόνο πόλεμο των ετών 1947-1949 και έκτοτε παρέμενον με άλλας ορφανάς εις την Παιδόπολιν. Δεν εξέτασε ούτε την καταγωγήν μου , ούτε εάν προερχόμουν από οικογένειαν αριστερών , του αρκούσε ότι έγινα θυγατέρα του και μου συμπεριεφέρθη ο ίδιος και η σύζυγός του, ωσάν να ήμουν γνήσιο τέκνο τους και όχι υιοθετημένο. Από τον άνθρωπο αυτό εγώ εβίωσα αγάπην , συμπαράστασιν και υψηλά , ανιδιοτελή συναισθήματα .
Όμως εκείνο που ήθελε με το εξώδικο αυτό ήταν να βγάλει από πάνω της την ρετσινιά που την ακολουθούσε σε όλη της ζωή ότι κληρονόμησε λίρες και άλλα πλούτη και πως ήταν η προνομιούχα κόρη του Χατζημηνά ,όνομα που ήταν συνώνυμο με τον πλούτο . Αυτό ήταν και το μέλημά της και έδωσε το εξώδικο συνοδευόμενο με φωτογραφίες της εποχής ,αλλά και την δική της μαρτυρία στην εβδομαδίαια εφημερίδα της πόλης τους « Ερευνα» για να μάθουν οι κάτοικοι και να την απαλλάξουν από την γλωσσοφαγιά .
Ο πατήρ μου κατά την διάρκεια των ετών 1929-1962, οπότε και απεβίωσεν τω όντι διετήρησεν εις την κώμην της Μικροπόλεως παντοπωλείον , με τα έσοδα του οποίου συντήρησεν την οικογένειά του και άφησε μικράν τινά κληρονομίαν σε εμένα και τη μητέρα μου συγκείμενην εξ ενός ακινήτου , ένθα το παντοπωλείον και άνωθεν αυτού η οικία μας , αγροτικόν κλήρον εκ τριάντα οκτώ στρεμάτων , ένα οικόπεδο στην Καβάλα και ουδέν άλλον . Ούτε λίρας , ούτε μετρητά . Αυτός ήταν ο κόπος μιας ζωής . Και απορούμεν από ποία στοιχεία επείσθητε ότι ο πατήρ μας κατέλιπε περιουσίαν μεγάλην, λίρες και χρήματα σε μετρητά . Υπήρξε ένας βιοπαλαιστής , που ηγωνίσθην τίμια και ευλογημένα για να επιβιώσει με εντιμότητα και σωφροσύνη .
Ο Γιούνης ήταν πράγματι χαχάμης .Τα έβαλε με κάποιον που δεν του έφταιγε .Τον διέσυρε στην μικρή πολίχνη .Και ήθελε να εμπλουτίσει την ηθογραφία που ουσιαστικά ήταν η αυτοβιογραφία του , γιατί πάντα θα επανέρχονται στη μόδα οι ηθογραφίες με την αληθινή ιστορία του Χατζημηνά , εκθέτοντας τη μισή αλήθεια ,προφανώς για να τον εκδικηθεί για την στέρηση εκείνων των χρόνων και για την λέξη «ο χαχάμης» που του πρόσαψε . Όμως η ίδια τι ήθελε να ανακατέψει εκείνα τα χρόνια και να προκαλέσει τη μοίρα της ; Γιατί έδωσε στην δημοσιότητα τις φωτογραφίες και το υλικό ; Όχι βεβαίως για να υπερασπιστεί τη μνήμη του θετού πατέρα της μόνο .
-Εψαξα να σε βρω μόλις σε είδα εδώ , είπε ο αδελφός της και κοπάνησε στο τραπέζι του καφενείου το φύλλο της Ερευνας .
Ηταν ανοιγμένη στην σελίδα όπου πόζαρε μαθήτρια δημοτικού ανάμεσα στους θετούς της γονείς .
-Είχα μια εικόνα για σένα ,αφού ήμουν μεγαλύτερος κατά πέντε χρόνια . Πρέπει να ήσουν τριών και κάτι όταν σε άφησαν στην παιδόπολη . Εμένα δε με θυμάσαι γιατί με μάζεψαν για επάνω . Ξέρεις , στο παιδομάζωμα , για να καταλάβεις . Πήγα κι έμεινα μέχρι το 1981, γύρισα 54 χρονών κι ευτυχώς πρόλαβα λίγα ένσημα για να ψευτοζώ με την κατώτατη σήμερα .
Παιδομάζωμα , αδελφός, παιδόπολη . Το μόνο που ήξερε από τους θετούς γονείς της ήταν ότι την μάζεψαν ορφανή και πως οι γονείς της σκοτώθηκαν στον πόλεμο . Ούτε αναμνήσεις είχε από την παιδόπολη , μικρή ήταν και δεν καταγράφηκαν, ούτε από τις φυσιογνωμίες τους .
Την πήγε σπίτι του και της έδειξε μια παλιά , κιτρινισμένη φωτογραφία στον τοίχο , δίπλα στο εικονοστάσι . Δεν της μίλησε ,αλλά αναγνώρισε ένα νέο άντρα που του έμοιαζε καταπληκτικά . Χωρίς να το περιμένει και να είναι προετοιμασμένη η καρδιά της άρχισε να χτυπά τρελά. Δεν το ήλεγχε , ούτε υπάκουε σε κάποια λογική . Απλώς της συνέβαινε . Αδυνατούσε να συμμαζέψει το μυαλό της . Ετρεχε φρενιασμένο εδώ κι εκεί .
-Ο πατέρας σκοτώθηκε κατά την εισβολή των ανταρτών του Ασλάν Αγά στο λημέρι τους την πρωτοχρονιά του 1944 . Τους είχαν υποσχεθεί ότι θα ενταχθούν στον ΕΛΑΣ οι μπαφραίοι ,αλλά τους ξεγέλασαν. Αυτοί κι ο Μίλλερ . Τους έκοψαν όλους , λίγοι δραπέτευσαν . Το κεφάλι του μπαμπά βρέθηκε παλουκωμένο σε ένα κορμό και με τα γεννητικά του όργανα στο στόμα . Και των άλλων επίσης .
-Μη, σταμάτα , ψέλλισε , δεν αντέχω άλλο και βγήκε στον καθαρό αέρα για να μην λιγοθυμήσει .
Την ακολούθησε μονολογώντας .
-Βάρβαρη μέθοδος των μπαφραλήδων ,την έμαθαν από τους τσέτες , οι Αραβες κι οι Αφγανοί το συνήθιζαν . Οι Αγγλοι αποικιοκράτες ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι που το δοκίμασαν .
Εφευγε μακριά του , δεν ήθελε να τον βλέπει ,ούτε να τον ακούει . Κι όμως αυτή δεν ήθελε να μάθει τίποτα από όλα αυτά. Μόνο να απαντήσει στον χαχάμη Γιούνη που της κατηγόρησε τον θετό πατέρα . Όλα τα υπόλοιπα και τα ίχνη του παρελθόντος περίττευαν . Μετάνιωνε . Αλλά η ροή πλέον δεν άλλαζε . Ατυχώς είχε δρομολογηθεί .
-Καλά , που πας , της φώναζε , το πιο ωραίο δεν στο είπα .
Γύρισε και τον κοίταξε απορημένη . Τι άλλο να της αποκαλύψει πια .
-Ο Χατζημηνάς σου ήταν πρωτοπαλίκαρο του Ασλάν Αγά . Με το χέρι του μπορεί και να έκοψε τον φυσικό σου πατέρα . Τ’ ακούς χα ! Με το χέρι του .
-Τι,τι,τι ,τι ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;, χάθηκε η φωνή της .
-Και λες από τύψεις να σε υιοθέτησε ;
Δεν του απάντησε . Λιποθύμησε επί τόπου κι έκαναν ώρα να την συνεφέρουν . Πως και τι να πρωτοχωρέσει στο μυαλό της . Όταν την ρώτησαν τι έπαθε δεν απαντούσε . Τους κοιτούσε με γυάλινο βλέμμα κι απάντησε με την κραυγή
-αναομπαοαοααααααααααοοοοοο.

Ετικέτες

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

H λύση της πίσω όψης

Η λύση της πίσω όψης *

To τετρακινητήριο τέρας με τον κλιματισμό αναμμένο έκανε πολύ θόρυβο όταν ανέβαινε την ανηφόρα , που οδηγούσε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία σκαρφαλωμένο στον μεγάλο ορεινό όγκο της Ροδόπης . Πάρκαρε στην είσοδο ,στο χείλος του γκρεμού ,όπου και το στέγαστρο των επισκεπτών με την απέραντη θέα των βουνών , όπου ορεινοί οικισμοί διακρίνονταν διάσπαρτοι ανάμεσα στο οργιαστικό πράσινο .Τέλη Ιουνίου ήταν και οι αγριοφράουλες των υψομέτρων κινητοποιούσαν τους περαστικούς , που τις έψαχναν με μανία.
Μάλλον φυσιολάτρες , παρά προσκυνητές ,σκέφτηκε ο καλόγερος Ησύχιος ,μια ψιλόλιγνη , ξερακιανή φιγούρα , με πλούσιο πυκνό , μαλλί και γένι, που διακονούσε το μικρό μοναστήρι με άλλους δύο .
Τα παιδιά των δύο ζευγαριών ξεχύθηκαν στον γύρω χώρο κι ο Ησύχιος άκουγε επιφωνήματα θαυμασμού για τη θέα, μετά πλησίασαν οι δυο κυρίες της παρέας και τελευταίοι οι σύζυγοι- κυνηγοί με τις φούχτες γεμάτες αγριοφράουλες .
-Θα μπούμε να το δούμε ; ρώτησε η μια .
-Να μην αργήσουμε , πρότεινε η άλλη , δεν θα βρούμε τραπέζι στο Αγνάντιο , το κατσικάκι και το κοκορέτσι τελειώνουν γρήγορα , πλακώνει κόσμος κυριακάτικα .
-Ολο στο φαί έχετε το μυαλό σας ,δεν περπατήσαμε καθόλου στη φύση .Να χάσουμε και κάνα γραμμάριο βρε αδερφέ , πρότεινε ο πιο εύσωμος της παρέας, ντυμένος με φόρμα και παπούτσια αθλητικά της Κυριακής , που υποδήλωναν πως δεν είχε καμιά σχέση με τον αθλητισμό .
Μπήκαν μέσα . Με την ψευδοκατάνυξη των επισκεπτών που δεν νογάνε .
Ο Ησύχιος τους έκοψε έναν προς έναν , αμφίεση , συμπεριφορά , φωνές και ομιλία , στάσεις του σώματος , σεβασμό και βαθμό χυδαιότητας .Κατέληξε πως επρόκειτο για μορφωμένους ανθρώπους, ελεύθερους επαγγελματίες ή καθηγητές. Εκείνοι εκστασιάσθηκαν από την θέα της χαράδρας και ζήτησαν να μάθουν πως το έκτισαν εκεί πάνω . Τους εξήγησε και ενώ ακόμη μιλούσε ,εκείνοι έσπευσαν να εξαφανιστούν, για να καταναλώσουν στο υποτυπώδες μαγαζί του μοναστηριού .Ο Ησύχιος εξέθετε τα έργα των χειρών του . Σελιδοδείκτες , είτε πλεγμένους και κεντημένους , είτε καμωμένους από μέταλλο και ξύλο, με απεικονίσεις από βυζαντινά διακοσμητικά μοτίβα ,μαχαίρια για κόψιμο σελίδων , πρες παπιέ και ξύλινους ημεροδείκτες ,εικόνες και είδη εικονοστασίου .Εριχναν τις ματιές τους μάλλον περιφρονητικά και μόνο μια κυρία έμεινε καρφωμένη στους σελιδοδείκτες .
-Τι κοιτάς , τη ρώτησε η βιαστική παρέα της .
-Μου αρέσουν οι σελιδοδείκτες .
-Μπα , αλήθεια ; Φετιχίστρια ;
-Γιατί ; Εσύ τρελαίνεσαι με τα κουτάκια ; Τα μαζεύεις στις βιτρίνες σου απ΄ όλο τον κόσμο και απορείς που συλλέγω σελιδοδείκτες ;
Της υπενθύμιζαν εποχές, ανακαλούσαν μνήμες .Τους ξεχνούσε στα βιβλία της και της επανέφεραν εποχές που είχαν περάσει. Κάτι σαν το βουτηγμένο μπισκότο . Κι έβρισκε αυτούς που είχε μπροστά της να έχουν κάτι περίεργο, χωρίς να είναι σκέτο χριστιανικοί συνδύαζαν κάτι παγανιστικό, κοσμικό , εικαστικό .
-Μας περιμένουν έξω , τα παιδιά ανυπομονούν .
-Προχώρα κι έρχομαι .
Δεν αποφάσιζε ποιους να θα αγόραζε , κατέληξε σε τέσσερις και πήγε να πληρώσει τον Ησύχιο που την κοίταζε ίσια στα μάτια .
Εκείνος της πρόσφερε έναν ακόμη .Τον ωραιότερο και ακριβότερο, απιθώνοντάς τον με τα ρέστα στην ανοιγμένη της παλάμη. Μόλις τα χέρια τους ήρθαν σε επαφή η καθηγήτρια κυκλώθηκε από μια ενέργεια . Ο Ησύχιος της άφησε τον σελιδοδείκτη και της είπε :
-Με θυμάστε;
-Από που; Βοηθείστε με.
-Από παλιά .
-Όχι , δεν μπορώ …..
-Αφήστε το δεν πειράζει . Να πάτε στο καλό .
Εστρεψε τα νώτα και χάθηκε , σχεδόν χωνεύτηκε πίσω από μια βαριά , πένθιμη κουρτίνα .
Στο χέρι της έμεινε ο σελιδοδείκτης που της απίθωσε τρυφερά , αλλά και η ενέργειά του , που την διαπέρασε .
Βγήκε έξω ζαλισμένη και μπερδεμένη. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Αναρωτιόταν τι είδους συναισθήματα είχε εμπνεύσει στον καλόγερο . Από που την ήξερε , πως δεν τον γνώρισε , τι σήμαινε αυτή η συμπεριφορά του .Εψαξε τους σελιδοδείκτες και παντού έβλεπε μονογράμματα του μοναστηριού . Μόνο σ’ εκείνον, που της χάρισε ο ίδιος έγραφε Μπόριανη ’65 και τα αρχικά του Κ.Φ . στην πίσω όψη .
Α, ναι , στην Μπόριανη υπηρέτησε μόλις διορίστηκε κι εκεί ένας τελειόφοιτος μαθητής της την ερωτεύτηκε . Απέκρουσε τον ερωτά του .Την πολιόρκησε . Ε ,όχι και να καταδικαστεί στο οροπέδιο , στο χωριό με τις λάσπες και να παντρευτεί έναν –κατά πέντε χρόνια –νεότερό της . Ηταν και η διαφορά επιπέδου . Η διάψευση των ονείρων της .
Την επόμενη χρονιά μετατέθηκε και απώθησε τον σκληρό , παγωμένο κόσμο της μεθορίου. Χάθηκαν έτσι κι η απόγνωση εκείνου , τα αισθήματα που δεν της ενέπνευσε , το πάθος που τον βασάνιζε και η ανταπόκριση που δεν βρήκε . Το θεώρησε μετεφηβικό καπρίτσιο, τίποτα σοβαρό , τον έσβησε από τη μνήμη της .
Κρατώντας τον σελιδοδείκτη στα χέρια της αντιλήφθηκε το τεράστιο παγόβουνο του πάθους του.
Για πρώτη φορά .
Και τελευταία .


*Δημοσιεύθηκε στο λεύκωμα της Τάντας Θεοδωρίδου με τίτλο Σελιδοδείκτο -ταξιδεύοντας , εκδόσεις Εφεσος , 2007 ,που θα παρουσιασθεί στην Καβάλα στις 2 Απριλίου 2008 .

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Τα δάκρυα των τοίχων

Τα δάκρυα των τοίχων

Θα στεγνώσω τα δάκρυα των τοίχων με τα χείλη μου

Μπέλλα Μπάρτοκ Στον πύργο του κυανοπώγωνα .




Δεν τους πίστεψε πως οι τοίχοι έσταζαν δάκρυα .
Ανθρωποι μαραζωμένοι κι αγράμματοι, ζεματισμένοι από τα βάσανα και την ανέχεια οι κάτοικοι της γειτονιάς. Διάλεξε να επενδύσει στο παραδοσιακό κι ας διέδιδαν πως το σπίτι το βάραινε κάτι σαν κατάρα .Οι τοίχοι έβγαζαν νερό, ήταν πάντα υγροί , ποτισμένοι σαν από δάκρυα Μια υγρασία έγλυφε το κτίσμα και τις πέτρες του ,που τίναζαν κάθε σίδερο, δέσιμο και μπετόν . Η χήρα συχνά το συντηρούσε ,αλλά η υγρασία το κατέστρεφε ξανά . Τελειωμό δεν είχε . Ηθελε να το πουλήσει και να φύγει ,αλλά δεν της περίσσευαν λεφτά για ν’ αγοράσει καινούριο και να ζήσει με την κόρη της , δύσκολα τάβγαζε πέρα με μια σύνταξη θύματος πολέμου.
-Μην ακουμπάτε τα λεφτά σας σ’ αυτό το ρημάδι , ποτίζεται από ψυχές βασανισμένες, τον προειδοποίησαν κι εκείνος με το χαμόγελο της συγκατάβασης απάντησε :
-Είμαι πολιτικός μηχανικός, θα εντοπίσω την υγρασία και θα την θεραπεύσω, δεν πιστεύω σε προλήψεις . Στο κάτω –κάτω γκρεμίζω όλο το σουβά και το ξανακτίζω από την αρχή .
Πράγματι ξήλωσε ,έσκαψε τη πέτρα ,ώστε να πιάσει γερά το νέο στρώμα που θ’ έριχνε , ανακαίνισε και το εσωτερικό να μην του θυμίζει μάνα και κόρη ,ριζική , εκ βάθρων ανακατασκευή . Μόλις όμως ετοιμάστηκε να μπει μέσα διέκρινε τους πρώτους λεκέδες στους τοίχους . Η υγρασία παρουσιάστηκε ξανά .Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι . Ξοδεύτηκε τζάμπα .Δεν άνοιξε τα θεμέλια για να εντοπίσει τη γαμημένη πηγή που έγλυφε τον βράχο και γέμιζε τα ντουβάρια με νερό . Υπέθεσε πως το πρόβλημα περιοριζόταν στην επιφάνεια . Πιάστηκε κορόιδο που δεν το λογάριασε . Δεν του κολλούσε ύπνος , το σπίτι του έγινε βρόγχος και τον έπνιγε . Του εξιστορούσαν και την ιστορία της χήρας και φούντωνε. Οσο ζει η ίδια κι η κόρη θα νοτίζει το σπίτι ,έλεγαν . Μα ήθελαν πολύ να τον τρελάνουν; Χάρηκε για την συμφέρουσα τιμή και θα χάσει τον ύπνο του από τις προλήψεις ;
Εντάξει η ιστορία ήταν πικρή και τι μ’ αυτό ; Μήπως η θλίψη , η γκρίνια, το συναίσθημα ,όλα αυτά μαζί ή και χώρια μπορούσαν , είχαν την δυνατότητα να μεταβιβασθούν στα υλικά και να τα ποτίσουν ; Με ποια είδους μεταφυσική ή φαντασία θα δεχόταν ότι μπορούσαν να φτάσουν μέχρι και την διάβρωση ;
Ηταν , λέει , παραμονές χριστουγέννων του 1940 , όταν σε μια ύφεση του πολέμου ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ξενοφών Κορυφίδης έφυγε από την πρώτη γραμμή και της ζήτησε «να έμβει σε βάρκα από την Θάσο και να έλθει στην Καβάλα για να την υπανδρευθεί» . Βιαζόταν ο καλός της κι αυτή υπάκουσε , φόρτωσε έναν μπόγο με ρούχα ,καταβράχηκε στο καϊκι , δεν θέλησε να κατέβει στα αμπάρια , που βρωμούσαν λάδι και ελιόκαρπο , έμεινε στο κατάστρωμα να την χτυπά ο βοριάς, φαρμάκι ο άνεμος . Εφτασε ξεπαγιασμένη , ανέβασε πυρετό ,σαράντα , την πήγαν σε γιατρό, ψηνόταν η κακαμοίρα , της έδωσε φάρμακα ,αλλά ο πυρετός δεν έπεφτε . Στην τελετή του γάμου πλάνταξε στην εφίδρωση , ποτάμια ο ιδρώτας χύνονταν από πάνω της , πότιζαν τα εσώρουχα , το νυφικό έπλεε, η ίδια αγωνιούσε για να μην σωριαστεί χάμω από την αδυναμία της , τα πόδια της δεν την κρατούσαν , έτρεμε , όλο το σώμα της συγκλονίζονταν . Ο άντρας της δεν είχε άδεια, έφευγε την επομένη ,μετά την εκκλησία , έπεσε αφηνιασμένος πάνω στο άρρωστο κορμί της , τη λάτρεψε ,της υποσχόταν πως όλα θα πάνε καλά ,πως θα είναι πάντα δίπλα της . Από ένα σημείο και πέρα δεν καταλάβαινε ,ούτε ένιωθε , ναρκωμένη από τον πυρετό και τα φάρμακα δεν ήταν σε θέση … . Αβουλη κυλιόταν στα χέρια του .Εφυγε την επόμενη ημέρα και της άφησε την μυρωδιά και το ίχνος του .
Την 15η Φεβρουραρίου 1941 του ανήγγειλε πως ήταν έγκυος . Απάντηση δεν έλαβε .Μετά την συνθηκολόγηση έμαθε πως ήταν αγνοούμενος . Περίμενε μέχρι τον Μάιο να γυρίσει , με τα πόδια το παίρναν από την Αλβανία , ήλπιζε πως ο θεός θα τη λυπόταν. Το επιτελείο Στρατού δεν της έστειλε ούτε γράμμα , ούτε συλλυπητήρια , επισήμως ζωντανός , περίμενε , έκανε σχέδια την ημέρα και το βράδυ έκλαιγε. Την έπιανε απελπισία ,που θάφερνε στον κόσμο ένα ορφανό και θα έπρεπε να το αναθρέψει μόνη της . Χωρίς πατέρα , χωρίς τον ίσκιο του άντρα το κρεβάτι της , μόνη στην υπόλοιπη ζωή της να αναπολεί τη μια και μοναδική φορά που έκαναν έρωτα κι έμεινε έγκυος. Όταν γεννήθηκε το παιδί η μαία κάτι κατάλαβε ,αλλά δεν μίλησε .Η χήρα το ανάστησε μέσα στα δάκρυα και το φαρμάκι , με τη μάνα της να τη καταριέται . Που βιάστηκε και παντρεύτηκε κρυφά χωρίς να τους ρωτήσει και να τώρα που βρέθηκε χήρα κι άπορη .

Η πεθερά της άφησε το σπίτι για να μεγαλώσει το εγγόνι της .Τα βράδια ακουγόταν η φωνή της κόρης κι ένα βουητό που υπόκωφα ,αλλά συντονισμένα φώναζε «μπαμπά» και ξανά «μπαμπά» κι έπειτα με ερωτηματικό «μπαμπάκαααααααα» ; Μια φωνή , εγκλωβισμένη στο ερημόσπιτο , που τα έκανε επάνω της , βρωμούσε , είχε μάτια απλανή, δεν μιλούσε , δεν άρθρωνε άλλη λέξη , παρά μόνο αυτή «μπαμπά» . Μια κόρη που έμοιαζε εκείνον, έβγαζε τρίχες σαν άντρας , ενώ η ακινησία της την μετέτρεπε σε τέρας . Το μουγκρητό της κι η ίδια λέξη μπππππμπππμππαοαοαομπάααααα μέσα στη σιγαλιά της νύχτας να της τριβελίζει το μυαλό . Κι έτρεχε να κλείσει τα πατζούρια για να μην μεταδοθεί ο ήχος στην γειτονιά , όλα κλειστά, χωρίς φως ,να μην λεκιάσουν πουθενά .
Εκλαιγε χρόνια τώρα. Μούσκευαν οι τοίχοι .
Όταν την έβγαζε έξω έπιανε τους περαστικούς άντρες και φώναζε πάλι «μπαομπαααα» , γαντζώνονταν πάνω τους , τους τραβούσε απ΄ όπου έβρισκε για να την πάρουν μαζί τους . Οπου νάταν θα πήγαινε κι ας ήταν ξένοι .
Γυρνούσε απελπισμένη σπίτι με τον όρκο να μη την ξαναβγάλει. Κι εκείνη τον αναζητούσε κι έκλαιγε πιπιλώντας την λέξη σύνθημα - εργόχειρο στα χέρια , με τη λέξη αυτή μοναδικό εφόδιο της γλώσσας και της ζωής της . Φωνάζοντας τον πατέρα , κλαίγοντας τον πατέρα , μεγενθύνοντας τον πατέρα σε αδελφό , μετά σε εραστή , ύστερα σε γυιό κι έπειτα σε εγγονό ,που δεν θα ερχόταν ποτέ στη ζωή της .
Όταν πέθανε η μάνα ,την κόρη την κλείσαν στο άσυλο . Εκεί για να μην φωνάζει «μπαμπά» της έκλειναν τα βράδια το στόμα . Τσιρότο . Πήγαινε να σκάσει . «Σκασμός ,οι άλλοι θέλουν να κοιμηθούν» .Αντεξε λίγο χωρίς τη λέξη της . Πέθανε σ’ ένα μήνα .
Τότε ο μηχανικός γύρισε ξανά . Χωρίς τις σκιές μάνας και κόρης . Εσκαψε ξανά το πάτωμα . Να αποκαλύψει τα θεμέλια . Βρήκε το βράχο στεγνό . Πουθενά νερό να γλύφει ,ούτε υγρασία σε θεμέλια και τοίχους .
Ξανασουβάντισε κι έριξε μονωτικό με τα κιλά . Ελαβε τα πιο ακραία μέτρα .
Ομως άδικα .
Ξανά το ίδιο. Μια επανάληψη .Τα ντουβάρια νότισαν πάλι .
Δεν ήταν δυνατόν να κατοικήσει αυτό το σπίτι . Εχασε τον ύπνο του και μίσησε την αγορά αυτή . Εβαλε και το γκρέμισαν . Θα το πουλούσε σαν οικόπεδο ,να απαλλαγεί από την εικόνα των φαντασμάτων της χήρας με την καθυστερημένη κόρη .
Η γειτονιά προειδοποιούσε όσους ενδιαφέρονταν ότι θα βρουν τον μπελά τους και τους έδειχνε ένα απομεινάρι ντουβαριού που σώθηκε από την κατεδάφιση . Ηταν υγρό, σα νοτισμένο από δάκρυα .Το ίδιο και το έδαφος .Ποιος θα τολμούσε ;
Μόνο πάρκο θα μπορούσε να γίνει , πνιγμένο στα γαϊδουράγκαθα, τις τσουκνίδες και σ΄ ένα φυτό - δηλητήριο για τους ασθματικούς, που το λένε περδικάκι κι ευδοκιμεί στην πόλη μας .






Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης γεννήθηκε το 1959 .Σπούδασε Νομικά και έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία . Το τελευταίο του είναι το μυθιστόρημα Τα δώρα του πανικού, Κέδρος 2006 .